Τα βακτηρίδια είναι μικροσκοπικοί οργανισμοί. Πολλοί από αυτούς τους οργανισμούς που βρίσκονται στο νερό δεν εμπνέουν καμία ανησυχία ως προς την υγεία, δεδομένου ότι δεν προκαλούν καμία ασθένεια.
Άλλα πάλι είναι εξαιρετικά έως πολύ επικίνδυνα όπως το γνωστό  σε όλους το Εσερίχια κόλι, οι ψευδομονάδες η και άλλα.

Βακτηρίδια – Προέλευση

Η βιολογική μόλυνση μπορεί να χωριστεί σε δύο ομάδες:

  1. παθογόνος (προκαλεί ασθένεια) και
  2. μη παθογόνος (δεν προκαλεί ασθένεια)

Ασθένειες που οφείλονται σε βακτηρίδια χαρακτηρίζονται ο τυφοειδής πυρετός, η δυσεντερία, η γαστρεντερίτιδα, η μολυσματική ηπατίτιδα και η χολέρα. Όλες οι παροχές νερού που δεν ελέγχονται από οργανωμένες εταιρίες ύδρευσης πρέπει να εξετάζονται για το βιολογικό τους περιεχόμενο πριν από τη χρήση και την κατανάλωση.

βακτηρίδια

Βακτήρια στο παχύ έντερο

Το E.Coli (Escherichia coli) είναι ένας οργανισμός κολοβακτηριδίου που συχνά ανιχνεύεται κατά τη μικροβιολογική εξέταση του νερού. Αυτός ο οργανισμός βρίσκεται στα έντερα και στα περιττώματα ανθρώπων και ζώων.
Τα συμπτώματα που προκαλούνται από το εντεροαιμορραγικο κολοβακτηρίδιο μπορεί να ποικίλουν από άνθρωπο σε άνθρωπο. Συνήθως προκαλεί γαστρεντερίτιδα με κοιλιακές κράμπες, απότομη έναρξη υδαρούς διάρροιας (συχνά αιματηρής) και εμετούς.
Κάποιες φορές, η διάρροια είναι μη αιμορραγική ή δεν υπάρχουν καθόλου συμπτώματα. Εάν εμφανιστεί πυρετός, συνήθως δεν είναι πολύ υψηλός (μπορεί να φτάσει μέχρι και τους 38,5οC).
Περίπου το 5-10% από αυτούς που διαγιγνώσκονται με λοίμωξη από εντεροαιμορραγικό κολοβακτηρίδιο, κυρίως τα παιδιά κάτω των 5 ετών και οι ηλικιωμένοι, αναπτύσσουν μια επιπλοκή, που είναι γνωστή ως ουραιμικό αιμολυτικό σύνδρομο.
Τα άτομα που πάσχουν από το σύνδρομο πρέπει να εισάγονται για νοσηλεία γιατί κινδυνεύουν να αναπτύξουν νεφρική ανεπάρκεια και άλλα σημαντικά προβλήματα. Τα περισσότερα άτομα που εμφανίζουν το σύνδρομο αναρρώνουν μέσα σε λίγες εβδομάδες, παρ’ όλα αυτά δεν αποκλείεται ο κίνδυνος για κάποιους να υποστούν μόνιμες βλάβες ή και να πεθάνουν.

Εάν το E.Coli συνυπάρχουν σε μια παροχή νερού μαζί με υψηλά επίπεδα νιτρικών αλάτων και χλωριδίων, αυτό είναι μια ένδειξη ότι απόβλητα βόθρων έχουν μολύνει το δίκτυο ύδρευσης, από εισροή λυμάτων σε σπασμένους αγωγούς ύδρευσης ή στον υδροφόρο ορίζοντα από τον οποίο αντλεί το δίκτυο και κατ’ επέκταση, αυτό σημαίνει πρόκληση ασθενειών από αυτά τα βακτηρίδια.

Ελλείψει των υψηλών νιτρικών αλάτων και των χλωριδίων, τέσσερις ή λιγότερες αποικίες/100 εκατομμυρίων κολοβακτηριδίων, καταδεικνύουν ότι το επιφανειακά ύδατα (από ποτάμι ή λίμνη) έχουν εισαχθεί στους σωλήνες του δικτύου ύδρευσης.

Εάν υπάρχουν ενδείξεις παθογόνων βακτηριδίων, ένα δείγμα νερού πρέπει να υποβληθεί στην μικροβιολογική ανάλυση από πιστοποιημένο εργαστήριο και να ληφθούν οι ανάλογες συστάσεις.

Τα πιο κοινά μη παθογενή βακτηρίδια που βρίσκονται στο νερό είναι τα βακτηρίδια του σιδήρου. Τα βακτηρίδια σιδήρου μπορούν να προσδιοριστούν εύκολα από το κόκκινο μαλακό αιώρημα που διαμορφώνεται στον πάτο ενός δείγματος που περιέχει το σίδηρο και βακτηρίδια σιδήρου.

Βακτηρίδια – Αντιμετώπιση

Τα βακτηρίδια μπορούν να αντιμετωπιστούν από τη μικρο-διήθηση, την αντίστροφη όσμωση, η υπέρ-διήθηση ή τη χημική οξείδωση και την απολύμανση.

Η υπεριώδης αποστείρωση (UV) θα σκοτώσει τα βακτηρίδια αρκεί να έχει άμεση επαφή με αυτά. Η θολούρα, το χρώμα, και οι οργανικές ακαθαρσίες παρεμποδίζουν τη μετάδοση της υπεριώδους ενέργειας και μπορούν να μειώσουν την αποδοτικότητα απολύμανσης κάτω από τα επίπεδα ασφάλειας κατά συνέπεια θα πρέπει να απαραίτητα να προηγούνται φίλτρα αιωρημάτων της υπεριώδους αποστείρωσης.

Η πιο κοινή μέθοδος καταστροφής βακτηριδίων είναι η χημική οξείδωση και η απολύμανση.
Η χλωρίωση είναι μια ευρύτατα αναγνωρισμένη μέθοδος χημικής οξείδωσης και απολύμανσης. Η συγκέντρωση χλωρίου στο πόσιμο νερό πρέπει να κυμαίνεται από 3 έως 5 ppm ή  mg/lit να διατηρηθεί για 30 λεπτά τουλάχιστον, για να αντιμετωπίσει τα βακτηρίδια. Στην συνέχεια, ένα υπόλοιπο μικρότερο ή ίσο με 0.4 ppm του ελεύθερου χλωρίου θα πρέπει να ανιχνευθεί μετά τον χρόνο επαφής, προκειμένου η επεξεργασία να ανταποκριθεί στα πρότυπα ασφάλειας.

Και η έγχυση όζοντος σε μια παροχή νερού είναι μια μορφή χημικής οξείδωσης και απολύμανσης. Ένα υπόλοιπο 0.4 mg/l πρέπει να διατηρηθεί για τέσσερα λεπτά τουλάχιστο, που είναι και ο απαιτούμενος χρόνος για την καταστροφή των βακτηριδίων.
Η μέθοδος χρησιμοποιείται από τα διυλιστήρια των μερικών εταιριών ύδρευσης και σε hi-tec πισίνες καθώς η οικιακή χρήση δεν είναι ασφαλής.

Η αντίστροφη όσμωση θα αφαιρέσει πάνω από 99% των βακτηριδίων σε ένα σύστημα πόσιμου νερού αλλά ή μόνιμη παρουσία υψηλής συγκέντρωσης βακτηριδίων στο νερό που τροφοδοτούμε την όσμωση, εγκυμονεί μεγάλη πιθανότητα να τρυπήσουν τις μεμβράνες και να περάσουν βακτήρια στο νερό που καταναλώνουμε. Γι’ αυτό το λόγο ενδείκνυται μονάδα αποστείρωσης ως προ επεξεργασία.